διασύρω


διασύρω
διάσυρα και διέσυρα, διασύρθηκα, διασυρμένος, εξευτελίζω δημόσια, διαπομπεύω, χλευάζω: Η τιμή του διασύρθηκε από την ίδια του τη γυναίκα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασύρω — διασύρω, διέσυρα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διασύρω — διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces aor subj act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces pres subj act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces pres ind act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασύρω — (AM διασύρω) 1. ξεσχίζω, κομματιάζω 2. εξευτελίζω, διαπομπεύω νεοελλ. κακολογώ μσν. (αμτβ.) καθυστερώ, χρονοτριβώ αρχ. 1. παρασύρω 2. διασπείρω, διασκορπίζω, διαλύω («ὅρμησε σπεύδων καταταχῆσαι καὶ πτοήσας διασῡραι τὴν σύνοδον αὐτῶν») …   Dictionary of Greek

  • διασύρω — [диасиро] р. чернить, порочить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διέσυρεν — διασύρω tear in pieces aor ind pass 3rd pl (epic) διέσῡρεν , διασύρω tear in pieces aor ind act 3rd sg διέσῡρεν , διασύρω tear in pieces imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρθέντα — διασύρω tear in pieces aor part pass neut nom/voc/acc pl διασύρω tear in pieces aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρῇ — διασύρω tear in pieces aor subj pass 3rd sg διασῠρῇ , διασύρω tear in pieces fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρέντα — διασύρω tear in pieces aor part pass neut nom/voc/acc pl διασύρω tear in pieces aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρέντων — διασύρω tear in pieces aor part pass masc/neut gen pl διασύρω tear in pieces aor imperat pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασέσυρκε — διασύρω tear in pieces perf imperat act 2nd sg διασύρω tear in pieces perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)